βεληνεκές
•
- φυσικήη μέγιστη οριζόντια μετατόπιση ενός σώματος, όταν αυτό εκτελεί οριζόντια βολή (η απόσταση από το σημείο βολής έως το σημείο πρόσκρουσης) Βικιλεξικό
- για όπλαμέγιστο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξευτεί ένα βλήμα Βικιλεξικό
- για όπλαδραστικό βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξεύσει ένα βλήμα και να πλήξει αποτελεσματικά το στόχο του Βικιλεξικό
- για όπλαωφέλιμο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία μπορεί να εκτοξεύσει ένα βλήμα και να πλήξει το στόχο του, προκαλώντας τραυματισμό μεγάλου βαθμού Βικιλεξικό
- για όπλααπόλυτο μέγιστο βεληνεκές: η μέγιστη απόσταση στην οποία θα φτάσει το βλήμα με γωνία βολής +45° ως προς τον ορίζοντα. Στην απόσταση αυτή το βλήμα διανύει μεγάλη διαδρομή και η αντίσταση του αέρα ανακόπτει την ταχύτητά του αρκετά ώστε να μην έχει αρκετή ενέργεια, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στον στόχο που θα βρεθεί μέσα στη τροχιά του. Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επιρροή που μπορεί να ασκήσει κάποιος με το λόγο του, τις απόψεις του, τη δράση του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βεληνεκές < (καθαρεύουσα), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου βεληνεκής < βέλ(ος) + θέμα ενεκ- με έκταση του αρχικού φωνήεντος σε ⟨η⟩ λόγω της σύνθεσης, από το ἤνεγκον, όπως ως αόριστος του ρήματος φέρω. → δείτε και τις λέξεις διηνεκής και δουρηνεκής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βεληνεκές | βεληνεκή |
| Γενική | βεληνεκούς | βεληνεκών |
| Αιτιατική | βεληνεκές | βεληνεκή |
| Κλητική | βεληνεκές | βεληνεκή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →