βελονιάζω
•
- περνώ από την τρύπα ενός βελονιού μια κλωστή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηράβω (πρόχειρα) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαρμαθιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βελονιάζω < βελόν(α) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βελονιάζω | βελονιάζεις | βελονιάζει | βελονιάζουμε | βελονιάζετε | βελονιάζουν / βελονιάζουνε |
| Παρατατικός | βελόνιαζα | βελόνιαζες | βελόνιαζε | βελονιάζαμε | βελονιάζατε | βελονιάζαν / βελονιάζανε / βελόνιαζαν |
| Αόριστος | βελόνιασα | βελόνιασες | βελόνιασε | βελονιάσαμε | βελονιάσατε | βελονιάσαν / βελονιάσανε / βελόνιασαν |
| Μέλλοντας | θα βελονιάζω / θα βελονιάσω | θα βελονιάζεις / θα βελονιάσεις | θα βελονιάζει / θα βελονιάσει | θα βελονιάζουμε / θα βελονιάσουμε | θα βελονιάζετε / θα βελονιάσετε | θα βελονιάζουν / θα βελονιάζουνε / θα βελονιάσουν / θα βελονιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βελονιάσει | έχεις βελονιάσει | έχει βελονιάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βελονιάσει | είχες βελονιάσει | είχε βελονιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βελονιάσει / να βελονιάζω / να βελονιάσω | να έχεις βελονιάσει / να βελονιάζεις / να βελονιάσεις | να έχει βελονιάσει / να βελονιάζει / να βελονιάσει | να βελονιάζουμε / να βελονιάσουμε | να βελονιάζετε / να βελονιάσετε | να βελονιάζουν / να βελονιάζουνε / να βελονιάσουν / να βελονιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε βελονιασμένο / βελόνιαζε / βελόνιασε | — | — | βελονιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βελονιάστηκαβελονιάζομαιβελονιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →