βελονιστής
•
- νεολογισμόςπου ασκεί τον βελονισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βελονιστής < βελονισμός + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βελονιστής | βελονιστές |
| Γενική | βελονιστή | βελονιστών |
| Αιτιατική | βελονιστή | βελονιστές |
| Κλητική | βελονιστή | βελονιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →