βελούχι
•
- ιδιωματικόπηγή απ' όπου πηγάζει πολύ νερό και (κατ’ επέκταση) τα κτίσματα που χτίζονται κοντά σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βελούχι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βελούχιν, όπως και στο τοπωνύμιο Βελούχιν :* είτε^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) άγνωστης ετυμολογίας. Ίσως προέρχεται από την τουρκική λέξη bolluk (που σημαίνει «αφθονία»).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βελούχι | βελούχια |
| Γενική | βελουχιού | βελουχιών |
| Αιτιατική | βελούχι | βελούχια |
| Κλητική | βελούχι | βελούχια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →