Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βελτιοδοξία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη άποψη ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος (να βελτιωθεί) αν ο άνθρωπος το προσπαθήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βελτιοδοξία < αρχαιοελληνικό βελτί-ων (= καλύτερος, συγκριτικός βαθμός του ἀγαθός) + δόξ-α (= γνώμη)+ -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβελτιοδοξίαβελτιοδοξίες
Γενικήβελτιοδοξίαςβελτιοδοξιών
Αιτιατικήβελτιοδοξίαβελτιοδοξίες
Κλητικήβελτιοδοξίαβελτιοδοξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →