βελτιστοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βελτιστοποιώ Βικιλεξικό
- Οι επιχειρήσεις αποσκοπούν στη βελτιστοποίηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων και στην αύξηση της κερδοφορίας τους.
Ετυμολογία
βελτιστοποίηση < βελτιστοποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βελτιστοποίηση | βελτιστοποιήσεις |
| Γενική | βελτιστοποίησης | βελτιστοποιήσεων |
| Αιτιατική | βελτιστοποίηση | βελτιστοποιήσεις |
| Κλητική | βελτιστοποίηση | βελτιστοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →