βελτιωτής
•
- κάθε μηχανισμός, συσκευή ή πρόσωπο που έχει ως σκοπό να αναβαθμίζει ή να βελτιώνει την απόδοση, την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά κάποιου υλικού, συστήματος ή οργανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βελτιωτής < ελληνιστική κοινή βελτιωτής < βελτιόω < αρχαία ελληνική βελτίων (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική improver)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βελτιωτής | βελτιωτές |
| Γενική | βελτιωτή | βελτιωτών |
| Αιτιατική | βελτιωτή | βελτιωτές |
| Κλητική | βελτιωτή | βελτιωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →