βελόνι
•
- αργκόη λήψη ηρωίνης με ένεση Βικιλεξικό
- Απ' τη μυτιά που τράβαγα | άρχισα και βελόνι | και το κορμί μου άρχισε | σιγά σιγά να λιώνει (Ανέστος Δελιάς, «Ο πόνος του πρεζάκια»· ρεμπέτικο τραγούδι του 1936)
Ετυμολογία
βελόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βελόνιν < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βελόνη < βέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷelos
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βελόνι | βελόνια |
| Γενική | βελονιού | βελονιών |
| Αιτιατική | βελόνι | βελόνια |
| Κλητική | βελόνι | βελόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →