βενζινάκατος
•
- ναυτικός όροςμεγάλη βάρκα (άκατος) που κινείται με βενζινοκινητήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βενζινάκατος < βενζιν- + άκατος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βενζινάκατος | βενζινάκατοι / βενζινάκατοι βενζινάκατες |
| Γενική | βενζινακάτου | βενζινακάτων |
| Αιτιατική | βενζινάκατο | βενζινακάτους / βενζινακάτους βενζινάκατες |
| Κλητική | βενζινάκατε / βενζινάκατε βενζινάκατο | βενζινάκατοι / βενζινάκατοι βενζινάκατες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →