βενζινάροτρο
•
- άροτρο που για την κίνησή του χρησιμοποιείται μηχανή που καίει βενζίνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βενζινάροτρο < βενζίνη + άροτρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βενζινάροτρο | βενζινάροτρα |
| Γενική | βενζινάροτρου | βενζινάροτρων |
| Αιτιατική | βενζινάροτρο | βενζινάροτρα |
| Κλητική | βενζινάροτρο | βενζινάροτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →