βενζολικός
•
- χημείαπου έχει σχέση με το βενζόλιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βενζολικός < βενζόλιο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βενζολικός | βενζολική | βενζολικό |
| Γενική | βενζολικού | βενζολικής | βενζολικού |
| Αιτιατική | βενζολικό | βενζολική | βενζολικό |
| Κλητική | βενζολικέ | βενζολική | βενζολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βενζολικοί | βενζολικές | βενζολικά |
| Γενική | βενζολικών | βενζολικών | βενζολικών |
| Αιτιατική | βενζολικούς | βενζολικές | βενζολικά |
| Κλητική | βενζολικοί | βενζολικές | βενζολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →