Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βενζολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με το βενζόλιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βενζολικός < βενζόλιο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβενζολικόςβενζολικήβενζολικό
Γενικήβενζολικούβενζολικήςβενζολικού
Αιτιατικήβενζολικόβενζολικήβενζολικό
Κλητικήβενζολικέβενζολικήβενζολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβενζολικοίβενζολικέςβενζολικά
Γενικήβενζολικώνβενζολικώνβενζολικών
Αιτιατικήβενζολικούςβενζολικέςβενζολικά
Κλητικήβενζολικοίβενζολικέςβενζολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →