Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βενζοϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη βενζόη, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βενζοϊκός < βενζό(η) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβενζοϊκόςβενζοϊκήβενζοϊκό
Γενικήβενζοϊκούβενζοϊκήςβενζοϊκού
Αιτιατικήβενζοϊκόβενζοϊκήβενζοϊκό
Κλητικήβενζοϊκέβενζοϊκήβενζοϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβενζοϊκοίβενζοϊκέςβενζοϊκά
Γενικήβενζοϊκώνβενζοϊκώνβενζοϊκών
Αιτιατικήβενζοϊκούςβενζοϊκέςβενζοϊκά
Κλητικήβενζοϊκοίβενζοϊκέςβενζοϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →