Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βενθικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαο σχετιζόμενος γενικά με το βένθος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βενθικός < βένθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβενθικόςβενθικήβενθικό
Γενικήβενθικούβενθικήςβενθικού
Αιτιατικήβενθικόβενθικήβενθικό
Κλητικήβενθικέβενθικήβενθικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβενθικοίβενθικέςβενθικά
Γενικήβενθικώνβενθικώνβενθικών
Αιτιατικήβενθικούςβενθικέςβενθικά
Κλητικήβενθικοίβενθικέςβενθικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →