Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βενθοπελαγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηρισμός ζώνης του πυθμένα η οποία εκτείνεται περίπου 200 μέτρα πάνω από αυτόν αλλά και χαρακτηρισμός των ψαριών που ζουν σε αυτό το μεγάλο βάθος -για ψάρια που κινούνται στη ζώνη αυτή και όχι πάνω στον πυθμένα. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βενθοπελαγικός < πέλαγος και βένθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβενθοπελαγικόςβενθοπελαγικήβενθοπελαγικό
Γενικήβενθοπελαγικούβενθοπελαγικήςβενθοπελαγικού
Αιτιατικήβενθοπελαγικόβενθοπελαγικήβενθοπελαγικό
Κλητικήβενθοπελαγικέβενθοπελαγικήβενθοπελαγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβενθοπελαγικοίβενθοπελαγικέςβενθοπελαγικά
Γενικήβενθοπελαγικώνβενθοπελαγικώνβενθοπελαγικών
Αιτιατικήβενθοπελαγικούςβενθοπελαγικέςβενθοπελαγικά
Κλητικήβενθοπελαγικοίβενθοπελαγικέςβενθοπελαγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →