βεντετισμός
•
- το να βεντετίζει κάποιος, να φέρεται σαν βεντέτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βεντετισμός < (άμεσο δάνειο) γαλλική vedettisme < vedette (βεντέτα) + -isme (-ισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βεντετισμός | βεντετισμοί |
| Γενική | βεντετισμού | βεντετισμών |
| Αιτιατική | βεντετισμό | βεντετισμούς |
| Κλητική | βεντετισμέ | βεντετισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →