βεντούζα
•
- γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται για να θερμαίνεται και να προσκολλάται στις πλάτες ασθενών με θεραπευτικό σκοπό Βικιλεξικό
- η διαδικασία χρησιμοποίησης τέτοιων (1) δοχείων (κατά κανόνα στον πληθυντικό : κάνω, κόβω, ρίχνω βεντούζες) Βικιλεξικό
- γενικά κάθε ελαστικό αντικείμενο με ιδιαίτερο σχήμα που προσκολλάται σε επίπεδες επιφάνειες λόγω έλλειψης αέρα Βικιλεξικό
- εργαλείο για μετακίνηση τζαμιών ή άλλων μεγάλων επίπεδων επιφανειών Βικιλεξικό
- εργαλείο για απόφραξη υδραυλικών εγκαταστάσεων· μυζητικό αποφρακτικό αποχέτευσης Βικιλεξικό
- όργανο μερικών ζώων που χρησιμοποιείται για προσκόλληση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βεντούζα < (άμεσο δάνειο) βενετική ventosa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βεντούζα | βεντούζες |
| Γενική | βεντούζας | βεντουζών |
| Αιτιατική | βεντούζα | βεντούζες |
| Κλητική | βεντούζα | βεντούζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →