βερίκοκο
•
- φρούτοο καρπός της βερικοκιάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερίκοκο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βερίκοκον / βερίκοκκον / βερικόκιον / βερίκουκον < ελληνιστική κοινή βερίκοκκον / βερικόκκιον < πραικόκκιον < λατινική praecox (persicum = πρώιμο περσικό/ροδάκινο) < prae- + coquo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pekʷ- (μαγειρεύω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βερίκοκο | βερίκοκα |
| Γενική | βερίκοκου | βερίκοκων |
| Αιτιατική | βερίκοκο | βερίκοκα |
| Κλητική | βερίκοκο | βερίκοκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →