βερίνα
•
- ναυτικός όροςτο στρίψιμο ενός σχοινιού, συρματόσχοινου ή καλωδίου, ο κόμπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερίνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική vérine < vérin < λατινική veruina < veru < πρωτοϊταλική *gʷeru < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷéru
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βερίνα | βερίνες |
| Γενική | βερίνας | βερινών |
| Αιτιατική | βερίνα | βερίνες |
| Κλητική | βερίνα | βερίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →