βερβένα
•
- φυτόπόα (Verbena officinalis) με πικρά γλυκοσίδια και αιθέρια έλαια, γνωστό στη λαϊκή ιατρική ως καταπραϋντικό και χαλαρωτικό βότανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερβένα < γαλλική verveine ή ιταλική verbena < λατινική verbena
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βερβένα | βερβένες |
| Γενική | βερβένας | βερβενών |
| Αιτιατική | βερβένα | βερβένες |
| Κλητική | βερβένα | βερβένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →