βερεσές
•
- το χρεωστούμενο, αυτό που χρωστάει κάποιος για την αγορά προϊόντος με πίστωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο άτομο που συνήθως αγοράζει με πίστωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερεσές < επίρρημα βερεσ(έ) + -ές
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βερεσές | βερεσέδες |
| Γενική | βερεσέ | βερεσέδων |
| Αιτιατική | βερεσέ | βερεσέδες |
| Κλητική | βερεσέ | βερεσέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →