Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βερμούτ

/veɾˈmut/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ποτόοινοπνευματώδες ηδύποτο, που το πίνουν (συνήθως) ως απεριτίφ. Παρασκευάζεται από λευκό κρασί, αιθέρια έλαια (π.χ. αρτεμισία / βερμουτέλαιο), με την προσθήκη ζάχαρης, κανέλας, μοσχοκάρυδου, κασσίας κ.ά. Βικιλεξικό
    • Υπήρχε τότε βερμούτ, κονιάκ και πίπερμαν που ήταν τότε της μόδας' (Γιώργος Ρούβαλης, , Στ' Ανάπλι, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005, σελ. 171)
    • Τό εἰσιτήριο εἰσόδου περιλάμβανε καί τσάι κομπλέ, ο Αλέκος ὅμως ἤθελε να κάμει επίδειξη καί παρήγγειλε δύο ουίσκι γιά μᾶς καί βερμούτ γιά τίς κοπέλες. (Γεώργιος Ιωάννου Ράλλης, Κοιτάζοντας πίσω, εκδ. Ερμείας, 1993, σελ. 174)

Ετυμολογία

βερμούτ < (λόγιο δάνειο) γαλλική vermouth < γερμανική Wermut (φυτό άψινθος) < κελτικής προέλευσης

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →