βερμπαλίστρια
•
- θηλυκό του βερμπαλιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερμπαλίστρια < βερμπαλισ(τής) + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βερμπαλίστρια | βερμπαλίστριες |
| Γενική | βερμπαλίστριας | βερμπαλιστριών |
| Αιτιατική | βερμπαλίστρια | βερμπαλίστριες |
| Κλητική | βερμπαλίστρια | βερμπαλίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →