Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βερμπαλιστής

/veɾ.ba.liˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που χρησιμοποιεί στο λόγο του πομπώδεις λέξεις και εντυπωσιακά εκφραστικά σχήματα, χωρίς όμως σαφήνεια ή ουσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βερμπαλιστής < (λόγιο δάνειο) γαλλική verbaliste < verbal(λεκτικός) + -ιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβερμπαλιστήςβερμπαλιστές
Γενικήβερμπαλιστήβερμπαλιστών
Αιτιατικήβερμπαλιστήβερμπαλιστές
Κλητικήβερμπαλιστήβερμπαλιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →