βερμπαλιστής
•
- αυτός που χρησιμοποιεί στο λόγο του πομπώδεις λέξεις και εντυπωσιακά εκφραστικά σχήματα, χωρίς όμως σαφήνεια ή ουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερμπαλιστής < (λόγιο δάνειο) γαλλική verbaliste < verbal(λεκτικός) + -ιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βερμπαλιστής | βερμπαλιστές |
| Γενική | βερμπαλιστή | βερμπαλιστών |
| Αιτιατική | βερμπαλιστή | βερμπαλιστές |
| Κλητική | βερμπαλιστή | βερμπαλιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →