βερμπαλιστικός
•
- που έχει σχέση με τον βερμπαλισμό ή τον βερμπαλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερμπαλιστικός < βερμπαλ(ισμός) + -ιστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βερμπαλιστικός | βερμπαλιστική | βερμπαλιστικό |
| Γενική | βερμπαλιστικού | βερμπαλιστικής | βερμπαλιστικού |
| Αιτιατική | βερμπαλιστικό | βερμπαλιστική | βερμπαλιστικό |
| Κλητική | βερμπαλιστικέ | βερμπαλιστική | βερμπαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βερμπαλιστικοί | βερμπαλιστικές | βερμπαλιστικά |
| Γενική | βερμπαλιστικών | βερμπαλιστικών | βερμπαλιστικών |
| Αιτιατική | βερμπαλιστικούς | βερμπαλιστικές | βερμπαλιστικά |
| Κλητική | βερμπαλιστικοί | βερμπαλιστικές | βερμπαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →