Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βερμπαλιστικός

/veɾ.ba.li.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον βερμπαλισμό ή τον βερμπαλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βερμπαλιστικός < βερμπαλ(ισμός) + -ιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβερμπαλιστικόςβερμπαλιστικήβερμπαλιστικό
Γενικήβερμπαλιστικούβερμπαλιστικήςβερμπαλιστικού
Αιτιατικήβερμπαλιστικόβερμπαλιστικήβερμπαλιστικό
Κλητικήβερμπαλιστικέβερμπαλιστικήβερμπαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβερμπαλιστικοίβερμπαλιστικέςβερμπαλιστικά
Γενικήβερμπαλιστικώνβερμπαλιστικώνβερμπαλιστικών
Αιτιατικήβερμπαλιστικούςβερμπαλιστικέςβερμπαλιστικά
Κλητικήβερμπαλιστικοίβερμπαλιστικέςβερμπαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →