βερνίκωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βερνικώνω, η επάλειψη ενός πράγματος με βερνίκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερνίκωμα < βερνικώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βερνίκωμα | βερνικώματα |
| Γενική | βερνικώματος | βερνικωμάτων |
| Αιτιατική | βερνίκωμα | βερνικώματα |
| Κλητική | βερνίκωμα | βερνικώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →