βερνισάζ
•
- σπάνιοτο «άνοιγμα» μιας έκθεσης (ζωγραφικής, γλυπτικής κ.λπ.) σε επιλεγμένο κοινό πριν από την ημερομηνία που η έκθεση θα είναι επισκέψιμη από κάθε ενδιαφερόμενο και ανοιχτή στο κοινό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βερνισάζ < (άμεσο δάνειο) γαλλική vernissage < vernisser + -age < vernis < παλαιά γαλλική vernis / verniz < μεσαιωνική λατινική vernix / vernice
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →