Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βερονίκη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόκοινή ονομασία των φυτών (πόες) του γένους Veronica, της οικογένειας Plantaginaceae (παλαιότερη ταξινόμηση στην οικογένεια Scrophulariaceae) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βερονίκη < veronica < λατινική Veronica (→ δείτε και το όνομα Βερονίκη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβερονίκηβερονίκες
Γενικήβερονίκηςβερονικών
Αιτιατικήβερονίκηβερονίκες
Κλητικήβερονίκηβερονίκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →