Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βεστιάριο

/ve.stiˈa.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θέατροο χώρος σε θέατρο για τα κοστούμια των ηθοποιών που χρησιμοποιούνται στις παραστάσεις Βικιλεξικό
    • Ντυνόταν, μακιγιαριζόταν, χτενιζόταν μόνη της, φρόντιζε τ' αξεσουάρ και το βεστιάριό της και δούλευε δέκα - δώδεκα ώρες χωρίς διακοπή (Μίμης Τσακωνιάτης, Νίκος Νικολαΐδης, εκδόσεις Αιγόκερως, 2007, σελ. 29)
  2. ο χώρος οπου αφήνουν τα παλτά τους οι θεατές σ' ένα θέατρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βεστιάριο < (άμεσο δάνειο) ιταλική vestiario < λατινική vestiarium < vestis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wes-ti(h₂)- < *wes- (ντύνω, ρούχο). Συγκρίνετε με το μεσαιωνικό και ελληνιστικό βεστιάριον.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβεστιάριοβεστιάρια
Γενικήβεστιάριου / βεστιαρίουβεστιάριων / βεστιαρίων
Αιτιατικήβεστιάριοβεστιάρια
Κλητικήβεστιάριοβεστιάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →