βετεράνος
•
- παλαίμαχος, παλιός πολεμιστής Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάνθρωπος με πολύχρονη ενασχόληση και μεγάλη πείρα σε έναν τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βετεράνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βετερᾶνος < λατινική veteranus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βετεράνος | βετεράνοι |
| Γενική | βετεράνου | βετεράνων |
| Αιτιατική | βετεράνο | βετεράνους |
| Κλητική | βετεράνε | βετεράνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →