Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βετεράνος

/ve.teˈɾa.nos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παλαίμαχος, παλιός πολεμιστής Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάνθρωπος με πολύχρονη ενασχόληση και μεγάλη πείρα σε έναν τομέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βετεράνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βετερᾶνος < λατινική veteranus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβετεράνοςβετεράνοι
Γενικήβετεράνουβετεράνων
Αιτιατικήβετεράνοβετεράνους
Κλητικήβετεράνεβετεράνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →