βηματίζω
•
- κάνω βήματα, περπατώ, συνήθως πέρα δώθε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βηματίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βηματίζω | βηματίζεις | βηματίζει | βηματίζουμε | βηματίζετε | βηματίζουν / βηματίζουνε |
| Παρατατικός | βημάτιζα | βημάτιζες | βημάτιζε | βηματίζαμε | βηματίζατε | βημάτιζαν / βηματίζαν / βηματίζανε |
| Αόριστος | βημάτισα | βημάτισες | βημάτισε | βηματίσαμε | βηματίσατε | βημάτισαν / βηματίσαν / βηματίσανε |
| Μέλλοντας | θα βηματίζω / θα βηματίσω | θα βηματίζεις / θα βηματίσεις | θα βηματίζει / θα βηματίσει | θα βηματίζουμε / θα βηματίσουμε | θα βηματίζετε / θα βηματίσετε | θα βηματίζουν / θα βηματίζουνε / θα βηματίσουν / θα βηματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βηματίσει | έχεις βηματίσει | έχει βηματίσει | έχουμε βηματίσει | έχετε βηματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βηματίσει | είχες βηματίσει | είχε βηματίσει | είχαμε βηματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βηματίσει / να βηματίζω / να βηματίσω | να έχεις βηματίσει / να βηματίζεις / να βηματίσεις | να έχει βηματίσει / να βηματίζει / να βηματίσει | να έχουμε βηματίσει / να βηματίζουμε / να βηματίσουμε | να έχετε βηματίσει / να βηματίζετε / να βηματίσετε | να βηματίζουν / να βηματίζουνε / να βηματίσουν / να βηματίσουνε |
| Προστακτική | — | βημάτιζε / βημάτισε | — | — | βηματίζετε / βηματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →