Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βηματισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενέργεια του βηματίζω Βικιλεξικό
  2. η κίνηση με τα πόδια, το περπάτημα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητο προχώρημα, η εξέλιξη μιας διαδικασίας Βικιλεξικό
    • προχωρούμε στα σχέδιά μας με γοργό βηματισμό

Ετυμολογία

βηματισμός < βηματίζω + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβηματισμόςβηματισμοί
Γενικήβηματισμούβηματισμών
Αιτιατικήβηματισμόβηματισμούς
Κλητικήβηματισμέβηματισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →