βητάς
•
- οικείομαθητής στρατιωτικής σχολής που έχει διακριτικό βαθμό βήτα Βικιλεξικό
- ο αρχιφύλακας μη ανακριτικός υπάλληλος (ΜΑΥ) της Ελληνικής Αστυνομίας, επιλεγόμενος και «αρχιφύλακας β΄» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βητάς < (αργκό) γράμμα βήτα + ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βητάς | βητάδες |
| Γενική | βητά | βητάδων |
| Αιτιατική | βητά | βητάδες |
| Κλητική | βητά | βητάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →