βιάγκρα
•
- φαρμακευτικήεμπορικό φάρμακο με δραστική ουσία τη σιλδεναφίλη, που χρησιμοποιείται κυρίως για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας Βικιλεξικό
- Τι είναι αυτά; τον είχε ρωτήσει, καλά το βιάγκρα, ας υποθέσω ότι το θέλεις για τα συζυγικά σου καθήκοντα, παρότι θα'πρεπε να με ρωτήσεις, το ξέρεις ότι κινδυνεύει η υγεία σου; αλλά εντάξει να το παραβλέψω, τα προφυλακτικά όμως τι τα θέλεις, εφόσον μαζί μου, όποτε και εάν, δεν χρησιμοποιείς προφυλακτικό. (Μάρω Δούκα, Έλα να πούμε ψέματα, εκδ. Πατάκη, 2016)
Ετυμολογία
βιάγκρα < απροσάρμοστο (άμεσο δάνειο) αγγλική Viagra < ίσως σανσκριτική व्याघ्र (vyāghrá, τίγρη) ή από τις αγγλικές λέξεις vigor / vigour, virility, vitality
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →