βιάζομαι
•
- παθητική φωνή του βιάζω: πέφτω θύμα βιασμού Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του βιάζω: πρέπει να κάνω κάτι γρήγορα γιατί επείγει ή γιατί δεν έχω αρκετό χρόνο μπροστά μου· επείγομαι, είμαι βιαστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιάζομαι: παθητική φωνή του ρήματος βιάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιάζομαι | βιάζεσαι | βιάζεται | βιαζόμαστε | βιάζεστε | βιάζονται |
| Παρατατικός | βιαζόμουν / βιαζόμουνα | βιαζόσουν / βιαζόσουνα | βιαζόταν / βιαζότανε | βιαζόμασταν / βιαζόμαστε | βιαζόσασταν / βιαζόσαστε | βιάζονταν / βιαζόντουσαν |
| Αόριστος | βιάστηκα | βιάστηκες | βιάστηκε | βιαστήκαμε | βιαστήκατε | βιάστηκαν / βιαστήκαν / βιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα βιάζομαι / θα βιαστώ | θα βιάζεσαι / θα βιαστείς | θα βιάζεται / θα βιαστεί | θα βιαζόμαστε / θα βιαστούμε | θα βιάζεστε / θα βιαστείτε | θα βιάζονται / θα βιαστούν / θα βιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω βιαστεί | έχεις βιαστεί | έχει βιαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιαστεί | είχες βιαστεί | είχε βιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιαστεί / να βιάζομαι / να βιαστώ | να έχεις βιαστεί / να βιάζεσαι / να βιαστείς | να έχει βιαστεί / να βιάζεται / να βιαστεί | να βιαζόμαστε / να βιαστούμε | να βιάζεστε / να βιαστείτε | να βιάζονται / να βιαστούν / να βιαστούνε |
| Προστακτική | — | βιάζου / βιάσου | — | — | βιάζεστε / βιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →