Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιβλιάριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δεμένο έντυπο (σαν βιβλίο) μικρού σχήματος με χώρο στις σελίδες του για εγγραφές από διάφορες αρχές και υπηρεσίες με τις οποίες έρχεται σε επαφή ο κάτοχός του Βικιλεξικό
    • ο γιατρός μου έγραψε τη συνταγή στο βιβλιάριο του ΙΚΑ
    • με τη νέα εκλογική νομοθεσία καταργήθηκαν τα εκλογικά βιβλιάρια
    • Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)

Ετυμολογία

βιβλιάριο < (ελληνιστική κοινή) βιβλιάριον < αρχαία ελληνική βιβλίον +κατάληξη υποκοριστικού -άριον, μορφολογικά αναλύεται βιβλι- + -άριο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιβλιάριοβιβλιάρια
Γενικήβιβλιάριου / βιβλιαρίουβιβλιάριων / βιβλιαρίων
Αιτιατικήβιβλιάριοβιβλιάρια
Κλητικήβιβλιάριοβιβλιάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →