Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιβλιαγορά

/vi.vli.a.ɣoˈɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αγορά του βιβλίου Βικιλεξικό
    • Η πτώση της κατανάλωσης στη βιβλιαγορά συντείνει στην κρίση, επιφέρει συνεχείς πιέσεις σε όλους τους παράγοντες, εκδότες, τυπογράφους, συγγραφείς. (εφημερίδα Το Βήμα, 20/1/2013)
  2. το αγόρασμα βιβλίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιβλιαγορά (νεολογισμός) < βιβλι- + -αγορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιβλιαγοράβιβλιαγορές
Γενικήβιβλιαγοράςβιβλιαγορών
Αιτιατικήβιβλιαγοράβιβλιαγορές
Κλητικήβιβλιαγοράβιβλιαγορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →