Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιβλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θρησκεία: ο σχετικός με την Βίβλο ή σε πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρονται σ΄αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιβλικός < Βίβλος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιβλικόςβιβλικήβιβλικό
Γενικήβιβλικούβιβλικήςβιβλικού
Αιτιατικήβιβλικόβιβλικήβιβλικό
Κλητικήβιβλικέβιβλικήβιβλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιβλικοίβιβλικέςβιβλικά
Γενικήβιβλικώνβιβλικώνβιβλικών
Αιτιατικήβιβλικούςβιβλικέςβιβλικά
Κλητικήβιβλικοίβιβλικέςβιβλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →