βιβλικός
•
- θρησκεία: ο σχετικός με την Βίβλο ή σε πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρονται σ΄αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιβλικός < Βίβλος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιβλικός | βιβλική | βιβλικό |
| Γενική | βιβλικού | βιβλικής | βιβλικού |
| Αιτιατική | βιβλικό | βιβλική | βιβλικό |
| Κλητική | βιβλικέ | βιβλική | βιβλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιβλικοί | βιβλικές | βιβλικά |
| Γενική | βιβλικών | βιβλικών | βιβλικών |
| Αιτιατική | βιβλικούς | βιβλικές | βιβλικά |
| Κλητική | βιβλικοί | βιβλικές | βιβλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →