Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιβλιογραφώ

ρήμα
•
  1. δημιουργώ βιβλιογραφικές καταχωρίσεις δημοσιευμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιβλιογραφώ < βιβλιογράφος + -ώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική bibliographier ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική bibliographize)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβιβλιογραφώβιβλιογραφείςβιβλιογραφείβιβλιογραφούμεβιβλιογραφείτεβιβλιογραφούν / βιβλιογραφούνε
Παρατατικόςβιβλιογραφούσαβιβλιογραφούσεςβιβλιογραφούσεβιβλιογραφούσαμεβιβλιογραφούσατεβιβλιογραφούσαν / βιβλιογραφούσανε
Αόριστοςβιβλιογράφησαβιβλιογράφησεςβιβλιογράφησεβιβλιογραφήσαμεβιβλιογραφήσατεβιβλιογράφησαν / βιβλιογραφήσαν / βιβλιογραφήσανε
Μέλλονταςθα βιβλιογραφήσω / θα βιβλιογραφώθα βιβλιογραφήσεις / θα βιβλιογραφείςθα βιβλιογραφήσει / θα βιβλιογραφείθα βιβλιογραφήσουμε / θα βιβλιογραφούμεθα βιβλιογραφήσετε / θα βιβλιογραφείτεθα βιβλιογραφήσουν / θα βιβλιογραφήσουνε / θα βιβλιογραφούν / θα βιβλιογραφούνε
Παρακείμενοςέχω βιβλιογραφήσειέχεις βιβλιογραφήσειέχει βιβλιογραφήσειέχουμε βιβλιογραφήσειέχετε βιβλιογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βιβλιογραφήσειείχες βιβλιογραφήσειείχε βιβλιογραφήσειείχαμε βιβλιογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω βιβλιογραφήσει / να βιβλιογραφήσω / να βιβλιογραφώνα έχεις βιβλιογραφήσει / να βιβλιογραφήσεις / να βιβλιογραφείςνα έχει βιβλιογραφήσει / να βιβλιογραφήσει / να βιβλιογραφείνα έχουμε βιβλιογραφήσει / να βιβλιογραφήσουμε / να βιβλιογραφούμενα έχετε βιβλιογραφήσει / να βιβλιογραφήσετε / να βιβλιογραφείτενα βιβλιογραφήσουν / να βιβλιογραφήσουνε / να βιβλιογραφούν / να βιβλιογραφούνε
Προστακτική—βιβλιογράφει / βιβλιογράφησε——βιβλιογραφήστε / βιβλιογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →