βιβλιοδεσία
•
- τυπογραφίαη τέχνη της συρραφής σελίδων ή τευχών ώστε να αποτελέσουν βιβλίο καθώς και η κατασκευή της ράχης και του εξωφύλλου του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιβλιοδεσία < βιβλιοδέ(της) + -σία < μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Buchbinderei :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1866
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιβλιοδεσία | βιβλιοδεσίες |
| Γενική | βιβλιοδεσίας | βιβλιοδεσιών |
| Αιτιατική | βιβλιοδεσία | βιβλιοδεσίες |
| Κλητική | βιβλιοδεσία | βιβλιοδεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →