Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιβλιοδετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη βιβλιοδεσία και/ή τους βιβλιοδέτες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιβλιοδετικός < βιβλιοδέτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιβλιοδετικόςβιβλιοδετικήβιβλιοδετικό
Γενικήβιβλιοδετικούβιβλιοδετικήςβιβλιοδετικού
Αιτιατικήβιβλιοδετικόβιβλιοδετικήβιβλιοδετικό
Κλητικήβιβλιοδετικέβιβλιοδετικήβιβλιοδετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιβλιοδετικοίβιβλιοδετικέςβιβλιοδετικά
Γενικήβιβλιοδετικώνβιβλιοδετικώνβιβλιοδετικών
Αιτιατικήβιβλιοδετικούςβιβλιοδετικέςβιβλιοδετικά
Κλητικήβιβλιοδετικοίβιβλιοδετικέςβιβλιοδετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →