βιβλιοδετούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος βιβλιοδετώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιβλιοδετούμαι | βιβλιοδετείσαι | βιβλιοδετείται | βιβλιοδετούμαστε | βιβλιοδετείστε | βιβλιοδετούνται |
| Παρατατικός | βιβλιοδετούμουν | βιβλιοδετούσουν | βιβλιοδετούνταν | βιβλιοδετούμασταν / βιβλιοδετούμαστε | βιβλιοδετούσασταν / βιβλιοδετούσαστε | βιβλιοδετούνταν |
| Αόριστος | βιβλιοδετήθηκα | βιβλιοδετήθηκες | βιβλιοδετήθηκε | βιβλιοδετηθήκαμε | βιβλιοδετηθήκατε | βιβλιοδετήθηκαν / βιβλιοδετηθήκαν / βιβλιοδετηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα βιβλιοδετηθώ / θα βιβλιοδετούμαι | θα βιβλιοδετείσαι / θα βιβλιοδετηθείς | θα βιβλιοδετείται / θα βιβλιοδετηθεί | θα βιβλιοδετηθούμε / θα βιβλιοδετούμαστε | θα βιβλιοδετείστε / θα βιβλιοδετηθείτε | θα βιβλιοδετηθούν / θα βιβλιοδετηθούνε / θα βιβλιοδετούνται |
| Παρακείμενος | έχω βιβλιοδετηθεί | έχεις βιβλιοδετηθεί | έχει βιβλιοδετηθεί | έχουμε βιβλιοδετηθεί | έχετε βιβλιοδετηθεί | έχουν βιβλιοδετηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιβλιοδετηθεί | είχες βιβλιοδετηθεί | είχε βιβλιοδετηθεί | είχαμε βιβλιοδετηθεί | είχατε βιβλιοδετηθεί | είχαν βιβλιοδετηθεί |
| Υποτακτική | να έχω βιβλιοδετηθεί / να βιβλιοδετηθώ / να βιβλιοδετούμαι | να έχεις βιβλιοδετηθεί / να βιβλιοδετείσαι / να βιβλιοδετηθείς | να έχει βιβλιοδετηθεί / να βιβλιοδετείται / να βιβλιοδετηθεί | να έχουμε βιβλιοδετηθεί / να βιβλιοδετηθούμε / να βιβλιοδετούμαστε | να έχετε βιβλιοδετηθεί / να βιβλιοδετείστε / να βιβλιοδετηθείτε | να έχουν βιβλιοδετηθεί / να βιβλιοδετηθούν / να βιβλιοδετηθούνε / να βιβλιοδετούνται |
| Προστακτική | — | βιβλιοδετήσου | — | — | βιβλιοδετείστε / βιβλιοδετηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →