βιβλιοθήκη
•
- δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, κτήριο ή αίθουσα, που περιέχει βιβλία, κατάλληλα τοποθετημένα και ταξινομημένα. Στην περίπτωση της δημόσιας βιβλιοθήκης τα βιβλία ή όποιο άλλο πληροφοριακό υλικό βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή ειδικών επιστημόνων, τους οποίους αναλαμβάνουν να εξυπηρετήσουν οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης. Βικιλεξικό
- ο οργανισμός που διευθύνει αυτό το χώρο Βικιλεξικό
- η συλλογή των βιβλίων ενός προσώπου, φυσικού ή νομικού Βικιλεξικό
- έπιπλο με ράφια, κατάλληλο για την τοποθέτηση βιβλίων Βικιλεξικό
- πληροφορικήlibrary: συλλογή έτοιμου επαναχρησιμοποιήσιμου κώδικα (υποπρογραμμάτα, συναρτήσεις, κλπ.), που μπορεί ο προγραμματιστής, ελεύθερα και με τον τρόπο που θεωρεί καλύτερο (σε αντίθεση με το framework), να τον ενσωματώσει στην κατασκευή άλλων προγραμμάτων Βικιλεξικό
- υπερώνυμα: άρθρωμα
- υπώνυμα: πρότυπη βιβλιοθήκη
Ετυμολογία
βιβλιοθήκη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βιβλιοθήκη / βυβλιοθήκη < αρχαία ελληνική βιβλίον / βυβλίον (βιβλιο-) + -θήκη (< τίθημι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιβλιοθήκη | βιβλιοθήκες |
| Γενική | βιβλιοθήκης | βιβλιοθηκών |
| Αιτιατική | βιβλιοθήκη | βιβλιοθήκες |
| Κλητική | βιβλιοθήκη | βιβλιοθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →