Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιβλιοκάπηλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. έμπορος βιβλίων (ειδικά άσεμνου ή επιλήψιμου περιεχομένου) Βικιλεξικό
  2. αυτός που παράνομα ανατυπώνει και εμπορεύεται βιβλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιβλιοκάπηλος < βιβλιο- + κάπηλος. Διφορετική η (ελληνιστική) βιβλιοκάπηλος (έμπορος βιβλίων)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιβλιοκάπηλοςβιβλιοκάπηλοι
Γενικήβιβλιοκάπηλου / βιβλιοκαπήλουβιβλιοκάπηλων / βιβλιοκαπήλων
Αιτιατικήβιβλιοκάπηλοβιβλιοκάπηλους / βιβλιοκαπήλους
Κλητικήβιβλιοκάπηλεβιβλιοκάπηλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →