βιβλιοπωλείο
•
- κατάστημα που εμπορεύεται βιβλία και πιθανώς είδη χαρτικών / γραφικών Βικιλεξικό
- Είπαμε ότι εξωτερικά δε μοιάζουμε. Αν καθίσω όμως να γράψω σε πόσα πράγματα μοιάζουμε, δε θα μας φτάσουν οοόλες οι σελίδες από εκατοντάφυλλο τετράδιο – που ακόμη δεν έχω , γιατί πάω στην Δ΄ δημοτικού, αλλά τα βλέπω στο βιβλιοπωλείο και πολύ μου αρέσουν. Για να μην ξοδεύω τις σελίδες του εικοσάφυλλού μου λοιπόν, ορίστε μερικά μονάχα από τα πολλά που αρέσουν και στους δυο μας. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
βιβλιοπωλείο < βιβλίο + -πωλείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιβλιοπωλείο | βιβλιοπωλεία |
| Γενική | βιβλιοπωλείου | βιβλιοπωλείων |
| Αιτιατική | βιβλιοπωλείο | βιβλιοπωλεία |
| Κλητική | βιβλιοπωλείο | βιβλιοπωλεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →