βιβλιόψειρα
•
- έντομοέντομο που βρίσκεται μέσα σε βιβλία και τα καταστρέφει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιβλιόψειρα < βιβλιό- + -ο- + ψείρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιβλιόψειρα | βιβλιόψειρες |
| Γενική | βιβλιόψειρας | βιβλιοψειρών |
| Αιτιατική | βιβλιόψειρα | βιβλιόψειρες |
| Κλητική | βιβλιόψειρα | βιβλιόψειρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →