βιγλίζω
•
- παρατηρώ, εξερευνώ με το βλέμμα Βικιλεξικό
- Απ' τ' ανατολικά, από τη σειρά των λόφων, το άστρο της αυγής ζυγιζόταν στην ξερή γη της Αναβύσσου σα γεράκι που βιγλίζει το θύμα του. (Ηλίας Βενέζης (1937) Γαλήνη [μυθιστόρημα])
- φρουρώ, είμαι φρουρός, σκοπός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιγλίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βιγλίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε βίγλα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιγλίζω | βιγλίζεις | βιγλίζει | βιγλίζουμε | βιγλίζετε | βιγλίζουν / βιγλίζουνε |
| Παρατατικός | βίγλιζα | βίγλιζες | βίγλιζε | βιγλίζαμε | βιγλίζατε | βίγλιζαν / βιγλίζαν / βιγλίζανε |
| Αόριστος | βίγλισα | βίγλισες | βίγλισε | βιγλίσαμε | βιγλίσατε | βίγλισαν / βιγλίσαν / βιγλίσανε |
| Μέλλοντας | θα βιγλίζω / θα βιγλίσω | θα βιγλίζεις / θα βιγλίσεις | θα βιγλίζει / θα βιγλίσει | θα βιγλίζουμε / θα βιγλίσουμε | θα βιγλίζετε / θα βιγλίσετε | θα βιγλίζουν / θα βιγλίζουνε / θα βιγλίσουν / θα βιγλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βιγλίσει | έχεις βιγλίσει | έχει βιγλίσει | έχουμε βιγλίσει | έχετε βιγλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιγλίσει | είχες βιγλίσει | είχε βιγλίσει | είχαμε βιγλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιγλίσει / να βιγλίζω / να βιγλίσω | να έχεις βιγλίσει / να βιγλίζεις / να βιγλίσεις | να έχει βιγλίσει / να βιγλίζει / να βιγλίσει | να έχουμε βιγλίσει / να βιγλίζουμε / να βιγλίσουμε | να έχετε βιγλίσει / να βιγλίζετε / να βιγλίσετε | να βιγλίζουν / να βιγλίζουνε / να βιγλίσουν / να βιγλίσουνε |
| Προστακτική | — | βίγλιζε / βίγλισε | — | — | βιγλίζετε / βιγλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →