Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιδάνιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αργκότο ποσοστό από τα κέρδη χαρτοπαιχτικών παιχνιδιών που παρακρατούνται από κάποιον (τσιρίμπαση, λέσχη, καφενείο κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Ο Σακαφλιάς καταδικάστηκε σε ισόβια για το θάνατο του Βασιλάκη και την ίδια χρονιά, το 1931, οδηγήθηκε στις φυλακές Τρικάλων. Εκεί θα έπεφτε δολοφονημένος από έναν συγκρατούμενό του και αιτία αυτού του φονικού ήταν το βιδάνιο της φυλακής. Όπως γινόταν σχεδόν σε κάθε φυλακή του Μεσοπολέμου, οι κρατούμενοι έπαιζαν παράνομα παιχνίδια. Βιδάνιο ή γκανιότα έλεγαν το κατακράτημα ποσοστών που έκανε ο τσιρίμπασης, ο πιο νταής στην ομάδα των φυλακισμένων, ο «αρχηγός», σε αυτούς που έπαιζαν χαρτιά ή μπαρμπούτι. (*)
  2. ό,τι μένει από κάποιο ποτό στο ποτήρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιδάνιο < ιταλική guadagno (Με τη σημασία 2 ίσως: < γαλλική vendange)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιδάνιοβιδάνια
Γενικήβιδάνιουβιδάνιων
Αιτιατικήβιδάνιοβιδάνια
Κλητικήβιδάνιοβιδάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →