βιδέλο
•
- ιδιωματικότο μοσχάρι Βικιλεξικό
- κατεργασμένο δέρμα του μοσχαριού Βικιλεξικό
- Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η ορολογία: Πετσί, καπροπέτσι, χοιρόπετσο, βιδέλο, βακέτα, μουζάκι, αιγόπετσο, προβιά, προβίδι, φόρθια, φτερνίτες, σουβλιά και σουβλόριζες, σουβλόξυλα και σουβλομάνικα, τανάλιες, κατσαμπρόκοι, καμάρα του πόδα, μήλα, γαμπάτσα
- Να αντικαταστήσει .... τα ξελουριστήρια, τὸ ἀπαραίτητον αὐτὸ ὄργανον κάθε παπουτσῆ , μὲ τὸ προφυλακτήριον , τὸ κατσαπροκάκι μὲ τὴν σφενδόνην, τὸ καβέστρο μὲ τὴν κατόχην καὶ μὲ ἀνάλογον ἑλληνικὴν λέξιν τὰ κομματιαστά παπούτσια, τὰ κουμπωτά, τὰ σκιστά, τὶς μπότες , τὰ μποτίνια, τὶς σάνες , τους γκλασέδες, τοὺς σαγρέδες, τὰ σεβρά, τὰ βιδέλα, τὰ καραμάντουλα, τὶς τιράντες, τὶς μετζεσόλες, τὰ βάρδουλα, τὰ σουβλιά, τὶς μπρόκες, τὰ φαλτσέτα καὶ τὰ μασσάτια. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AD%CE%B4%CE%B5%CF%82%22&pg=PA46&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
βιδέλο είτε < (άμεσο δάνειο) ιταλική vitello μέσω της βενετικής διαλέκτου (vedelo) με απλοποίηση της προφοράς του διπλού συμφώνου [ll] και της γραφής < λατινική vitellus. Δείτε και το αρχαίο ἔταλον. : είτε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βιδέλο < βενετική vedelo. Περισσότερα στο μεσαιωνικό βιδέλο.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →