βικτωριανός
•
- ιστορίαπου ανήκει ή αναφέρεται στην περίοδο της βασιλείας της βασίλισσας Βικτωρίας (1837–1901) Βικιλεξικό
- που χαρακτηρίζεται από το ύφος, τις καλλιτεχνικές τάσεις ή την αρχιτεκτονική εκείνης της εποχής Βικιλεξικό
- που εκφράζει αυστηρή, συχνά πουριτανική ηθική και συντηρητικό τρόπο σκέψης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βικτωριανός < αγγλική Victorian < Victoria < λατινική Victoria < victoria < victor < πρωτοϊταλική *wiktōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *weyk- (υπερνικώ, κατανικώ)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βικτωριανός | βικτωριανή | βικτωριανό |
| Γενική | βικτωριανού | βικτωριανής | βικτωριανού |
| Αιτιατική | βικτωριανό | βικτωριανή | βικτωριανό |
| Κλητική | βικτωριανέ | βικτωριανή | βικτωριανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βικτωριανοί | βικτωριανές | βικτωριανά |
| Γενική | βικτωριανών | βικτωριανών | βικτωριανών |
| Αιτιατική | βικτωριανούς | βικτωριανές | βικτωριανά |
| Κλητική | βικτωριανοί | βικτωριανές | βικτωριανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →