βιλάνος
•
- ιστορίαφτωχός χωριάτης, αγρότης, σε ορισμένες περιόδους ή περιοχές αγρότης που έγινε δουλοπάροικος (κολίγος) έχοντας χάσει τα χτήματά του Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, Ιωάννης Κονδυλάκης, Ὁ Κερκέζος από τη συλλογή διηγημάτων Όταν ήμουν δάσκαλος και άλλα διηγήματα, αρχική έκδοση: Αθήνα 1916. @google.gr/books
- 20ός αιώνας, ⌘ Άγγελος Τερζάκης, Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ. Ηρωικό μυθιστόρημα. [1937‑38], 1η έκδοση: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 1945 (με γλωσσάριο)
Ετυμολογία
βιλάνος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βιλλάνος με αφομοίωση του διπλού συμφώνου [ll] > [l] και απλογράφηση < ιταλική villano < λατινική villanus → δείτε τη λέξη villa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιλάνος | βιλάνοι |
| Γενική | βιλάνου | βιλάνων |
| Αιτιατική | βιλάνο | βιλάνους |
| Κλητική | βιλάνε | βιλάνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →